Μπ. Λεκάκης: Ασφυξία στην αγορά με επιχειρήσεις στο όριο και νοικοκυριά με χρήματα έως 13 ημέρες
Written by Αγγέλα Δουλγεράκη on 16 Απριλίου 2026
Ακρίβεια, ενεργειακό κόστος και διεθνείς εξελίξεις πιέζουν καταναλωτές και μικρομεσαίους, ενώ η ανάπτυξη δεν φτάνει στην πραγματική οικονομία
Την αγωνία της αγοράς, των Μικρομεσαίων εμπόρων και βιοτεχνών μεταφέρει μιλώντας στο Ράδιο 98.4 ο Πρόεδρος της ΟΕΒΕΝΗ και Αντιπρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Μπάμπης Λεκάκης, συνθήκες που σφίγγουν τη θηλειά σε χρέη, ρευστότητα, ταμειακά διαθέσιμα κι επιδεινώνονται περαιτέρω εξαιτίας των συνεπειών του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Καταναλωτές που περιορίζονται μόνο στα τελείως αναγκαία και ανάπτυξη που αφορά μόνο τους μεγάλους Ομίλους.
«Δυστυχώς, τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, αλλά και οι έρευνες του προηγούμενου τριμήνου –οι οποίες μάλιστα δεν αποτύπωναν πλήρως τις επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή– δείχνουν ότι τα χρήματα των νοικοκυριών επαρκούν μόλις για 17 έως 18 ημέρες. Μετά από αυτό το διάστημα, η κατανάλωση μειώνεται σχεδόν στο μηδέν. Αν μάλιστα γινόταν σήμερα νέα έρευνα, εκτιμώ ότι αυτό το χρονικό περιθώριο θα είχε περιοριστεί ακόμη περισσότερο, ίσως στις 13 με 14 ημέρες» επισημαίνει.
Βασική αιτία για τον Μπάμπη Λεκάκη είναι η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, που συμπαρασύρει και τις τιμές των τροφίμων, με αυξήσεις που κυμαίνονται από 5% έως 8%, μια κατάσταση που επιβαρύνει όλους τους καταναλωτές, αλλά και τους ίδιους τους επιχειρηματίες.
Εξηγεί ότι στο παρελθόν, όταν υπήρχαν αυξήσεις στις πρώτες ύλες, οι επιχειρήσεις προσπαθούσαν να απορροφήσουν μέρος του κόστους ώστε να μην μετακυλιστεί στον καταναλωτή. Σήμερα όμως αυτό δεν είναι πλέον εφικτό. Οι επαγγελματίες και οι βιοτέχνες αδυνατούν να απορροφήσουν τις αυξήσεις, ιδιαίτερα στο ενεργειακό κόστος και τα καύσιμα, με αποτέλεσμα αυτές να περνούν απευθείας στο τελικό προϊόν.
Αύξηση στις πρώτες ύλες 4% με 5% τις τελευταίες 15 ημέρες
Η κατάσταση επιδεινώνεται κι από το γεγονός ότι η Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενες πρώτες ύλες, καθώς οι τιμές τους έχουν αυξηθεί σημαντικά – Μόνο τις τελευταίες 15 ημέρες καταγράφονται αυξήσεις της τάξης του 4% με 5% σε πολλά είδη- και το μεταφορικό κόστος έχει σχεδόν διπλασιαστεί.
«Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι καταναλωτές περιορίζονται αυστηρά στην κάλυψη βασικών αναγκών, κυρίως στα τρόφιμα. Ακόμη και εκεί, όμως, στρέφονται συχνά σε φθηνότερα προϊόντα, αμφίβολης ποιότητας, εγκαταλείποντας πιο ποιοτικές –και συνήθως εγχώριες– επιλογές λόγω κόστους. Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στην αγορά. Οι επιχειρήσεις βλέπουν τη ζήτηση να μειώνεται και αναγκάζονται να λειτουργούν υπό ασφυκτικές συνθήκες. Πολλές βρίσκονται πλέον στο όριο της επιβίωσης. Αν και δεν υπάρχουν ακόμη πλήρη στοιχεία, η εικόνα παραπέμπει σε συνθήκες αντίστοιχες με εκείνες της περιόδου 2008–2009» επισημαίνει.
«Προκειμένου να παραμείνουν ανοιχτές, πολλοί επιχειρηματίες καταφεύγουν σε λύσεις ανάγκης, εργάζονται περισσότερες ώρες οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες, αναβάλλουν την πληρωμή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα, σε πολλές περιπτώσεις, δεν επαρκούν ούτε για έναν μήνα» σημειώνει, «με μεγάλο ζητούμενο αυτό της συνέχειας και της επιβίωσης τους».
«Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί στη συνέχεια, καθώς οι υποχρεώσεις αυτές συσσωρεύονται, δημιουργώντας έναν αυξανόμενο όγκο χρεών. Οι επαγγελματίες ζητούν άμεσα μέτρα στήριξης, όπως μείωση του κόστους καυσίμων και μεταφορών, αλλά και παρεμβάσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τον ΦΠΑ, καθώς οι παρεμβάσεις μικρής κλίμακας αποδεικνύονται ανεπαρκείς και εξανεμίζονται σχεδόν αμέσως από την αγορά» συνεχίζει.
Τονίζει ότι ζητείται η θέσπιση ουσιαστικών ρυθμίσεων για τα χρέη, ιδιαίτερα σε περίπτωση αποκλιμάκωσης της διεθνούς έντασης, ώστε να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να ανακάμψουν, την ώρα που δημιουργείται ένα εμφανές παράδοξο: Το ΔΝΤ να προβλέπει ανάπτυξη για την Ελληνική Οικονομία τόσο το 2026 όσο και το 2027, αλλά η πραγματική οικονομία δείχνει να ασφυκτικά.
«Η εξήγηση, σύμφωνα με τους ανθρώπους της αγοράς, είναι ότι η ανάπτυξη αυτή δεν κατανέμεται ισόρροπα. Συνδέεται κυρίως με μεγάλα έργα και επενδύσεις που αφορούν λίγους, ενώ η πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μένει εκτός χρηματοδότησης και στήριξης, είτε από το κράτος είτε από το τραπεζικό σύστημα. Το αποτέλεσμα είναι ένα μοντέλο που, παραμένει αμετάβλητο: Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα πιέζεται διαρκώς, με ορατό τον κίνδυνο συρρίκνωσης του κλάδου προς όφελος μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων» σημειώνει.
«Σε αυτό το περιβάλλον, η αγωνία για το μέλλον της αγοράς και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας εντείνεται, καθώς οι προκλήσεις παραμένουν πολλαπλές και οι λύσεις ζητούνται άμεσα» όπως αναφέρει.
