H σημασία δεδομένων και μέτρων δημόσιας υγείας με υπόδειγμα τον Καναδά (Μέρος 1ο)

Συντάκτης: την 7 Ιανουαρίου 2022

Στην εκπομπή του 98.4 με τον Γ. Σαχίνη, παρουσιάστηκε το πρώτο μέρος , μίας εκτεταμένης δημοσιογραφικής έρευνας , πάνω στα επιστημονικά στοιχεία , της μέχρι σήμερα διαχείρισης, της καταγραφής δεδομένων αλλά και των μέτρων δημόσιας υγείας, που έκανε το ici. radio– Canada σε μια χώρα , όπως ο Καναδάς που διαθέτει ένα από τα καλύτερα συστήματα υγείας και ειδικά στο τομέα της πρωτοβάθμιας. Όπως εξηγήθηκε, επειδή η εκπομπή αναφέρεται συνεχώς στο ζήτημα του ελλείμματος των δεδομένων στη χώρα μας, προσεγγίστηκε το τι γίνεται σε άλλες σοβαρές χώρες, όπως στον Καναδά. Τα όσα αποκαλύπτει η δημοσιογραφική έρευνα στον Καναδά, αν συμβαίνουν έτσι εκεί, τότε ,  τι να πούμε εμείς για όσα συμβαίνουν με την διαχείριση στην Ελλάδα  ;

  • Το Απομαγνητοφωνημένο κείμενο ( Μέρος 1ο)

 

 

 

Μιας και προηγουμένως αναφερθήκαμε εκτενώς στο ζήτημα του ελλείμματος των δεδομένων στη χώρα μας, ας δούμε τι γίνεται σε άλλες σοβαρές χώρες, όπως στον Καναδά, που έχει ένα από τα καλύτερα συστήματα υγείας και δή πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

 

Κι αν συμβαίνουν αυτά στον Καναδά, τι να πούμε εμείς τότε ;

 

επιλέξαμε να παρουσιάσουμε το άρθρο που ακολουθεί, επειδή εκτιμήσαμε ότι έιναι ολοκληρωμένο κια πιάνει το σύνολο σχεδόν των πτυχών του προβλήματος, που αντιμετωπίζουμε στη συγκεκριμένη φάση.

 

Χωρίς αξιόπιστα δεδομένα για τη COVID-19, ο Καναδάς πορεύεται στα τυφλά, προειδοποιούν οι εμπειρογνώμονες.

 

 

Η εξέταση των λυμάτων μπορεί να δώσει απαντήσεις σχετικά με την παρουσία του ιού, υποστηρίζουν οι ειδικοί. Ωστόσο, ακόμη και όταν συλλέγονται, τα δεδομένα αυτά δεν διατίθενται στο ευρύ κοινό.

 

Με τον περιορισμό των τεστ, ο Καναδάς δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στον αριθμό των κρουσμάτων για την εκτίμηση της εξέλιξης της COVID-19. Επιπλέον, οι Καναδοί έχουν αφεθεί λίγο-πολύ μόνοι τους, προκειμένου να διαπιστώσουν αν έχουν μολυνθεί ή όχι από τη μεταδοτική παραλλαγή Omicron.

 

Ο Καναδάς έχει χάσει από το οπτικό του πεδίο την αληθινή εικόνα της έκτασης της πανδημίας του κορονοϊού. Αυτό οφείλεται στην εξάπλωση της παραλλαγής Omicron, η οποία είναι τόσο μεταδοτική που ξεπερνά τις δυνατότητες του συστήματος υγείας να εντοπίσει όλα τα πιθανά κρούσματα.

 

Εξαιτίας της Omicron, η άνευ προηγουμένου αναζωπύρωση της COVID-19 αναγκάζει τις περιφέρειες να επαναφέρουν τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας και να περιορίσουν τις συγκεντρώσεις, να κλείσουν τα μπαρ και τις τραπεζαρίες των εστιατορίων και να επιστρέψουν τα σχολεία σε εικονική λειτουργία. Όλα αυτά σε μια προσπάθεια να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις της πανδημίας στα νοσοκομεία.

 

Ωστόσο, ακόμη και πριν τεθούν σε ισχύ αυτά τα μέτρα, ο αριθμός των κρουσμάτων από COVID-19 αναμένεται να μειωθεί, επειδή οι υγειονομικές αρχές έχουν απλώς σταματήσει να εξετάζουν την πλειονότητα των Καναδών.

 

Κατά συνέπεια, πώς μπορούμε λοιπόν να υπολογίσουμε τον αντίκτυπο της Omicron στη χώρα; Και πώς γνωρίζουμε αν τα υγειονομικά μέτρα είναι αποτελεσματικά, αφού οι αρχές δεν συλλέγουν αξιόπιστα στοιχεία;

 

«Η Omicron εξαπλώνεται τόσο γρήγορα που έχει καταστεί πρακτικά αδύνατο να μετρηθεί η έκταση της λοίμωξης σε πραγματικό χρόνο», επισημαίνει ο Δρ Ντέιβιντ Νέιλορ (David Naylor), επικεφαλής της έρευνας για την πανδημία σε ομοσπονδιακό επίπεδο και δεύτερος Πρόεδρος της ομάδας εργασίας, της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την ανοσία έναντι της COVID-19.

 

«Οι δυνατότητες διενέργειας  PCR έχουν εξαντληθεί», δηλώνει ο Δρ Νέιλορ. Τα ράπιντ τεστ αντιγόνου δεν είναι άμεσα διαθέσιμα. Και τα άτομα που παίρνουν θετικά αποτελέσματα από αυτές τις εξετάσεις συχνά δεν είναι σε θέση να τα καταχωρήσουν [στο μητρώο], πόσο μάλλον να τα επιβεβαιώσουν.

 

Τα νοσοκομεία ως βασικός δείκτης.

Οι ειδικοί σε θέματα δημόσιας υγείας και οι επιδημιολόγοι συμφωνούν ότι οι εισαγωγές στα νοσοκομεία και στις μονάδες εντατικής θεραπείας – και όχι ο αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων – αντιπροσωπεύουν σήμερα πλέον τους σημαντικότερους δείκτες για την εκτίμηση του αντίκτυπου της Όμικρον στο σύστημα υγείας, καθώς και της σοβαρότητας της νόσου που προκαλεί.

 

«Αυτό ήταν αναπόφευκτο να συμβεί», διαπιστώνει η Δρ Άλισον Μακγκίρ (Dr. Allison McGeer), μικροβιολόγος και ειδικός λοιμωξιολόγος στο νοσοκομείο Mount Sinai του Τορόντο, η οποία βρέθηκεστην πρώτη γραμμή στην αντιμετώπιση της επιδημίας SARS το 2003.

 

Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε για να μην υπάρξουν παρανοήσεις σε μερικές επισημάνσεις που θα κάνουμε ως εκπομπή :

Ο Καναδάς είναι μια από τις χώρες που παρακολουθούμε πολύ συστηματικά επειδή είναι μι αχώρα με εξαιρετικά αναπτυγμένο σύστημα υγείας και πιο συγκεκριμένα πολύ καλό σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Έφτασε όμως σήμερα στα όριά του επειδή προφανώς τα εξάντλησε επί μήνες με οργανωμένο, μαζικό τέστιγκ, ιχνηλάτηση επαφών, σχολαστική επιδημιολογική και γονιδιωματική επιτήρηση, όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και στις περιφέρειες που βρίσκονται σε τεράστιες και αχανείς εκτάσεις. 

Επομένως εδώ υπάρχει εξήγηση για το αναπόφευκτο.

Έκανε ό,τι μπορούσε για να μην φτάσει στο σημείο που βρίσκεται σήμερα εξαιτίας της Όμικρον.

Προσέξτε δεν ισχύει το ίδιο για τη χώρα μας.

Εμείς φτάσαμε σε αυτό το σημείο, μια χώρα με λιγότερες αντιξοότητες και με ευκολότερες συνθήκες όσον αφορά τη διαχείριση, μέσα από μια αντίθετη διαδικασία.

Ακριβώς επειδή δεν κάναμε ό,τι έπρεπε.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι από την πρώτη κιόλας περίοδο, οι διαχειριστές της πανδημίας εξόρκισαν τα τετστιγκ, τις ιχνηλατήσεις των επαφών. Ο εθνικός λοιμωξιολόγος, έβγαινε και διακήρυττε ότι ο έλεγχος με τεστ για το γενικό πληθυσμό δεν συνιστάται.

Κι αυτό γιατί είτε αυτοί που όφειλαν να είχαν προνοήσει δεν προνόησαν με αποτέλεσμα – στην αρχή τουλάχιστον –  να μην υπάρχει επάρκεια. Στη συνέχεια δεν αξιοποιήθηκε το σύνολο των διαθέσιμων δημόσιων, αλλά και ιδιωτικών εργαστηρίων.

Κι όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο βόλευε η ελλειμματική αυτή κατάσταση, γιατί όσο πιο λιγότερα τεστ γίνονταν τόσο λιγότερα κρούσματα εμφανίζονταν, γεγονός που καλλιεργούσε και στήριζε το σαξές στόρυ, της επιτυχούς διαχείρισης. Ήμασταν βέβαια, τότε αρκετά τυχεροί γιατί η μάχη με την πανδημία δεν είχε καν ξεκινήσει στη χώρα και μπορούσε να πλάθεται εύκολα ο μύθος, χωρίς να μπορεί να φαίνεται η πραγματικότητα, που κρύβονταν κάτω από το χαλί, ακριβώς γιατί το μέγεθος ήταν μικρό ακόμη.

Κι ύστερα, όταν άρχισαν τα πρώτα ξεσπάσματα, που αιφνιδίασαν τους επαναπαυμένους στις δάφνες μιας νίκης από μια μάχη που δεν είχε καν ακόμη δοθεί, η χώρα παρά τις αυξημένες ανάγκες ανίχνευσης και ιχνηλάτσησης για το σπάσιμο των αλυσίδων, βρίσκονταν επί μήνες στον πάτο των ευρωπαϊκών χωρών, σε ό,τι αφορούσε το τέστιγκ.

Ακόμη κι όταν κυκλοφόρησαν τα ράπιντ τεστ, που εξ αρχής ήταν γνωστό ότι ήταν υποδεέστερα των μοριακών και ακατάλληλα για το μαζικό εκτεταμένο τεστιγκ στην κοινότητα, η χρήσητους γίνονταν με φειδώ από τις λιγοστές  ΚΟΜΥ, που άρχισαν να δραστηριοποιούνται για να φτάσουν τελικά στο απόγειο της λειτουργίας τους, στον αριθμό των 130 περίπου, ένα χρόνο περίπου μετά την εξαγγελία τους.

Σήμερα βέβαια κάποια ισχυρίζονται ότι η χώρα έχει την πρωτιά στα τεστ, σε σχέση με άλλες.

Κι έτσι ακόμη να ναι, αυτό αποτελεί σαφή ομολογία, ότι δεν εγινε αυτό που έπρεπε να είχε γίνει σε άλλες εποχές, όταν έπρεπε.

Γιατί το τεστιγκ είναι για να εντοπίσεις και να προλάβεις μια δυσμενή εξέλιξη.

Στη συνέχεια να σπάσεις τις αλυσίδες μετάδοσης και για να περιορίσεις τη διασπορά και να προλάβεις τα ακόμη χειρότερα.

Μετά θα είναι πια αργά, όταν όλη κοινότητα θα χει γεμίσει.

Και εδώ δεν ισχύει αυτό που συνήθως λέγεται, ότι αυτά ανήκουν στο παρελθόν, τώρα τι κάνουμε.

Δεν ισχύουν γιατί κάποιοι πρέπει να μάθουν από τα λάθη και στο κάτω κάτω η πανδημία δεν τελείωσε. Επομένως λέγονται γιατί δεν πρέπει να επαναληφθούν.

Πρέπει να λέγονται, να ακούγονται να στιγματίζονται γιατί έχει ήδη καθιερωθεί μια νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία δυο χρόνια πανδημίας δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτό, πως πρέπει να λειτουργεί η δημόσια υγεία.

Εξ αιτίας  της νοοτροπίας αυτής, όλες οι κλασσικές αρχές της δημόσιας υγείας έχουν υποστεί πλήρη αλλοίωση. Ακόμη κι αυτοί οι ίδιοι οι όροι, τεσττιγκ, ιχνηλάτηση κλπ δεν έχουν ούτε για το κοινό, ούτε για τους διαχειριστές την ίδια έννοια, το ίδιο περιεχόμενο που έχουν απανταχού, όπου χρησιμοποιούνται.

Πρέπει να ασκείται η κριτική, γιατί αλλιώς θα υπάρχει πάντα η δικαιολογία ότι τα επιτελεία αιφνιδιαστήκανε, ή ότι δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς επειδή ήταν αναπόφευκτο ή πάλι :

δείτε ακόμη και οι άλλες χώρες με καλύτερα συστήματα δεν μπόρεσαν να αποφύγουν κι αυτές τις δυσμενείς εξελίξεις.

Δεν είναι καθόλου τι ίδιο λοιπόν.

Και προσοχή ούτε τώρα που υπάρχει αυτή πλημμυρίδα των κρουσμάτων υπάρχει γιακιολογία να σταματήσει το τέστιγκ και ιχνηλάτηση – που βέβαια όπως είπαμε δεν έγινε – απεναντίας δεν υφίσταται καμία δικαιολογία για να μην γίνει έστω και τώρα.

Μάλλον δεν κατάλαβε η  Γκάγκα, τι είπαν οι Αμερικανοί και έφτασε στο σημείο του απόλυτου εξευτελισμού να πει δημόσια σε δελτίο ειδήσεων του Κόντρα, ότι :

Οι Αμερικανοί μας είπαν να μην κάνουμε πλέον τεστ.

Μάλλον δεν κατάλαβε.

Άλλο εννοούσαν. Προφανώς αμφισβήτησαν την σκοπιμότητα γιατί ούτε τις συνθήκες και τις δυνατότητες της χώρας γνωρίζουν, ούτε κατά πόσον είχαν γίνει τα πράγματα λέγκια άρτις – όπως έπρεπε – ούτε την έκταση της διασποράς γνωρίζουν. Απλώς παίρνουν παράδειγμα από τη χώρα τους και προσπαθούν να μεταδώσουν την εμπειρία τους, στη κρίσιμη αυτή φάση της ραγδαίας διασποράς, λόγω της αυξημένης μεταδοτικότητας από την Όμικρον.

Αυτοί αντιμετωπίζουν άλλου είδους κι άλλου επιπέδου προβλήματα.

Και καλά αυτοί που δεν γνωρίζουν και δεν όφειλαν άλλωστε.

Η Γκάγκα μάλλον κι αυτή δεν γνωρίζει. Και δεν γνωρίζει εις διπλούν.

Ούτε τι συμβαίνει στη χώρα, ούτε πως αντιμετωπίζονται αυτού του είδους οι καταστάσεις.

 

Τέλος είναι πράγματι αλήθεια ότι σε παρόμοιες καταστάσεις, όπως στον Καναδά, λογικό είναι να χρησιμοποιούνται οι εισαγωγές, οι νοσηλείες, και ο αριθμός των διασωληνωμένων και των θανάτων, να αποτελούν ασφαλέστερο κριτήριο αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των υγειονομικών μέτρων, απ’ ό,τι ο αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων.

Και πάλι στο σημείο αυτό μια ακόμη παρατήρηση. Δεν ισχύει το ίδιο για τη χώρα μας.

Εδώ τα διαχειριστικά επιτελεία, καταφεύγουν σε αυτές τις παραμέτρους κατά το δοκούν και όποτε τους συμφέρει.

Δηλαδή θυμούνται του σκληρούς δείκτες – όπως συνηθίζουν να τους λένε  – όταν τα κρούσματα είναι τόσο πολλά, ώστε να αποδεικνύουν την ανεπάρκεια των χειρισμών τους και τις λανθασμένες επιλογές τους.

Πάντως σε καμία των περιπτώσεων η πληθώρα των κρουσμάτων δεν μπορεί με αποτελέσει αιτία, πολύ περισσότερο δικαιολογία για να σταματήσει ή να μειωθεί  η έντατικοποίηση των μέτρων όπως το τεστιγκ, η ιχνηλάτηση των επαφών, η αποτελεσματική απομόνωση των κρουσμάτων.

Μπορεί οι αλυσίδες μετάδοσης να πολλαπλασιάζονται πολύ πιο γρήγορα με μια μεταδοτικότερη παραλλαγή όπως με την Όμικρον και να είναι πολύ πιο δύσκολο να εντοπίζονται, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναζητούνται και να σπάνε.

Εξάλλου χωρίς αυτά τα κλασσικά μέτρα δεν μπορέι να υπάρξει επιδημιολογική επιτηρηση.

Και  χωρίς επιδημιολογική επιτήρηση πάμε στα τυφλά.

Κι ένα βασικό ζήτημα είναι η επιλογή των τεστ.

Ξέρουμε πλέον ότι σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο, να καταφέρουν τα ράπιντ με την ήδη μειωμένη ευαισθησία τους, να ανιχνεύσουν τη συγκεκριμένη παραλλαγή. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τα σελφ τεστ.

Τώρα πλέον η εμπειρία αυτή υπάρχει σε κάθε νοικοκυριό.

Είναι άλλο πράγμα να λέμε ότι βοηθάνε, κι άλλο πράγμα να στηρίζει κανείς την επιδημιολογική επιτήρηση σε αυτά.

Κι ας μην ξεχνάμε δεν μπορούν να αξιοποιηθούν για την γονιδιωματική επιτήρηση.

Αυτή κι αν είναι απαραίτητη. Όχι μόνον για να ξέρουμε αν πρόκειται για τη Δέλτα ή για την όμικρον, αλλά για την επόμενη που με αυτή τη μεταδοτικότητα περιμένει στην επόμενη  γωνία.

 

( Την Δευτέρα 10-01-2022 η συνέχεια)

 

 

 

  • Το σχετικό Link

 

 

 

 

https://ici.radio-canada.ca/nouvelle/1851963/canada-resultat-test-cas-covid-omicron

 

 

 


Απόψεις Αναγνωστών

Αφήστε Απάντηση

Η διεύθυνση email σας δε θα δημοσιευθεί.Τα υποχρεωτικά πεδία μαρκάρονται με *



Radio 984

Η ενημέρωση δίπλα σου

Current track
Title
Artist